Το ζήτημα της υποστελέχωσης των δημόσιων νοσοκομείων στην Ελλάδα από νοσηλευτικό προσωπικό δεν αποτελεί πλέον μια απλή οργανωτική δυσλειτουργία, αλλά μια κραυγαλέα και εξελισσόμενη κρίση δημόσιας υγείας που συνιστά μια διαρκή θεσμική αποτυχία και μια συνειδητή υποτίμηση της ανθρώπινης ζωής.
Η ελληνική νοσοκομειακή πραγματικότητα τείνει να μετατραπεί σε ένα ιδιότυπο θέατρο του παραλόγου, όπου η σπονδυλική στήλη του συστήματος, οι νοσηλευτές, υφίστανται μια συστηματική και ενδημική αποσάθρωση. Είναι πραγματικά οξύμωρο να ευαγγελιζόμαστε την επιστημονική και τεχνολογική αναβάθμιση της υγείας, όταν η καθημερινή πρακτική στα νοσηλευτικά ιδρύματα παραπέμπει σε συνθήκες εργασιακού μεσαίωνα, με την επάρκεια του προσωπικού, που αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο για την ασφάλεια των ασθενών και την έκβαση της θεραπείας, να περιφρονείται προκλητικά.
Η εθνική αυτή πραγματικότητα χλευάζει κάθε διεθνές πρωτόκολλο, καθώς σύμφωνα με τα αμείλικτα στοιχεία του ΟΟΣΑ στην έκθεση «Health at a Glance», η Ελλάδα καταγράφει μια από τις χαμηλότερες αναλογίες στην Ευρωπαϊκή Ένωση με μόλις 3,8 νοσηλευικό προσωπικό ανά 1.000 κατοίκους, την ώρα που η ευρωπαϊκή κανονικότητα απαιτεί υπερδιπλάσιους, ξεπερνώντας τους 8,4. Αυτή η στατιστική απόκλιση μεταφράζεται σε μια καθημερινή διελκυστίνδα επιβίωσης μέσα στις κλινικές, όπου αντί για τις διεθνείς προδιαγραφές ενός νοσηλευτή προς τέσσερις ή έξι ασθενείς, ο Έλληνας νοσηλευτής, ειδικά κατά τις εξαντλητικές απογευματινές και νυχτερινές βάρδιες, επωμίζεται την ευθύνη για τριάντα ή και περισσότερους νοσηλευόμενους. Αυτή η επικίνδυνη ισορροπία πάνω στο τεντωμένο σκοινί της υπερεργασίας δεν απειλεί μόνο την ψυχική υγεία του εργαζόμενου, αλλά υπονομεύει άμεσα την ποιότητα της παρεχόμενης φροντίδας, αυξάνοντας γεωμετρικά την πιθανότητα ιατρικών λαθών.
Η απαξίωση του κλάδου έχει πλέον λάβει δομικές διαστάσεις, χτυπώντας τον πυρήνα της εκπαιδευτικής διαδικασίας, καθώς πέρυσι στις πανελλαδικές εξετάσεις καλύφθηκε κάτω από το 50% των θέσεων στις νοσηλευτικές σχολές. Αυτό το πρωτοφανές φαινόμενο δεν είναι τυχαίο, αλλά αποτελεί ένα ξεκάθαρο μήνυμα της νέας γενιάς που αρνείται να εγκλωβιστεί σε ένα επάγγελμα χωρίς προοπτική. Η νοσηλευτική δεν είναι πλέον ελκυστική, όχι λόγω έλλειψης αλτρουισμού, αλλά λόγω της πλήρους απαξίωσης της εργασίας και της επιστημονικής υπόστασης των αποφοίτων. Η περίφημη επαγγελματική εξουθένωση, το λεγόμενο burnout, έχει πάψει να είναι ένας θεωρητικός όρος σε επιστημονικά συγγράμματα και αποτελεί τη ζωντανή καθημερινότητα που οδηγεί στο φαινόμενο της «σιωπηρής αποχώρησης» των νοσηλευτών. Οι εργαζόμενοι, εξουθενωμένοι από την έλλειψη ρεπό, την απουσία ανάπαυσης και τη διαρκή συναισθηματική κόπωση, οδηγούνται σε μια εσωτερική παραίτηση, περιορίζοντας τη δραστηριότητά τους στο ελάχιστο δυνατό προκειμένου να επιβιώσουν βιολογικά και ψυχικά κάτω από το βάρος της υπερεργασίας.
Οι νέοι επιστήμονες σήμερα έρχονται αντιμέτωποι με έναν στυγνό μισθολογικό ευτελισμό που αγγίζει τα όρια της ύβρεως, καθώς τους ζητείται να προσφέρουν εξειδικευμένες γνώσεις και να αναλάβουν τεράστια νομική και ηθική ευθύνη για αποδοχές που μόλις και μετά βίας καλύπτουν τις βασικές βιοτικές τους ανάγκες. Επιπλέον, ο νοσηλευτής παραμένει δέσμιος ενός αναχρονιστικού, ιατροκεντρικού μοντέλου, όπου η πανεπιστημιακή του κατάρτιση υποβαθμίζεται σε ρόλο απλού διεκπεραιωτή και γραφειοκράτη, στερούμενου κάθε κλινικής αυτονομίας και επαγγελματικής αξιοπρέπειας. Αυτός ο συνδυασμός επιστημονικής υποτίμησης και οικονομικής εξαθλίωσης καθιστά την απομάκρυνση από τα δημόσια νοσοκομεία όχι απλώς μια επιλογή, αλλά μια πράξη αυτοσυντήρησης. Ακόμα και εκείνοι οι λίγοι που ολοκληρώνουν τις σπουδές τους, γυρνούν την πλάτη στο Εθνικό Σύστημα Υγείας επιλέγοντας τη σχολική νοσηλευτική ή την εργασία σε πρωτοβάθμιες δομές υγείας, αναζητώντας πιο ανθρώπινες συνθήκες και μια ισορροπημένη προσωπική ζωή. Η στροφή αυτή προς ηπιότερες μορφές απασχόλησης ή η πλήρης αλλαγή επαγγελματικού προσανατολισμού αποτελεί μια ηχηρή απάντηση στον φόβο του μοιραίου λάθους που γεννά η κόπωση και το επικίνδυνο εργασιακό περιβάλλον.
Την ίδια στιγμή, το κύμα φυγής των νέων επιστημόνων στο εξωτερικό, το διαβόητο brain drain, συνεχίζεται αμείωτο, με χιλιάδες νοσηλευτές να μεταναστεύουν στη Γερμανία, το Ηνωμένο Βασίλειο ή την Κύπρο. Εκεί, η προσφορά τους αποτιμάται με όρους σεβασμού και ασφάλειας, αντιμετωπίζονται ως ισότιμοι συνεργάτες και απολαμβάνουν πολλαπλάσιες οικονομικές απολαβές. Η χώρα μας συνεχίζει να αιμορραγεί επιστημονικά, εξάγοντας έτοιμο και υψηλά καταρτισμένο δυναμικό, το οποίο θα μπορούσε να αποτελέσει τον πυλώνα αναγέννησης του δικού μας συστήματος υγείας. Όσο η πολιτεία εθελοτυφλεί, αρκούμενη σε υποκριτικά χειροκροτήματα και αρνούμενη πεισματικά να προσφέρει ουσιαστικά κίνητρα, η κατάρρευση θα συνεχίζεται νομοτελειακά.
Είναι επιτακτική ανάγκη να δοθούν άμεσα κίνητρα, όπως η αυτονόητη ένταξη των νοσηλευτών στα βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα, η γενναία μισθολογική αναβάθμιση και η διασφάλιση ασφαλών αναλογιών προσωπικού ανά ασθενή μέσω μαζικών μόνιμων προσλήψεων. Η νοσηλευτική στην Ελλάδα δεν νοσεί απλώς, αλλά αργοπεθαίνει στους διαδρόμους της κρατικής αναλγησίας.
Το θεμελιώδες ερώτημα λοιπόν δεν είναι γιατί οι νέοι δεν επιλέγουν τα νοσοκομεία μας, αλλά με ποιο θράσος εμείς εξακολουθούμε να απαιτούμε να το κάνουν.
Ειρήνη Θεολογίδου,
Πρόεδρος Διοικητικού Συμβουλίου ΣΥ.ΝΟ. – Ε.Σ.Υ. Ν. Έβρου

