Η ποιότητα και η ασφάλεια της φροντίδας υγείας αρχίζουν πολύ πριν από την ανάληψη επαγγελματικών καθηκόντων. Θεμελιώνονται στην αίθουσα διδασκαλίας, στο εργαστήριο και στο κλινικό περιβάλλον, εκεί όπου οι μελλοντικοί επαγγελματίες υγείας αποκτούν γνώσεις και δεξιότητες, αλλά κυρίως επαγγελματική συνείδηση, υπευθυνότητα και σεβασμό προς τον ασθενή. Σε αυτό το κρίσιμο πεδίο επιτελούν το έργο τους οι Σχολές Ανώτερης Επαγγελματικής Κατάρτισης (Σ.Α.Ε.Κ.) αρμοδιότητας Υπουργείου Υγείας.
Οι Σ.Α.Ε.Κ. παρέχουν θεωρητική, εργαστηριακή και κλινική κατάρτιση σε ειδικότητες του τομέα Υγείας. Η άμεση σύνδεσή τους με τα νοσοκομεία αποτελεί σημαντικό πλεονέκτημα: οι καταρτιζόμενοι έρχονται σε επαφή με το πραγματικό περιβάλλον παροχής φροντίδας, εξοικειώνονται με τη διεπιστημονική συνεργασία και αναπτύσσουν δεξιότητες που δεν μπορούν να αποκτηθούν αποκλειστικά μέσα από ένα εγχειρίδιο. Μετά την ολοκλήρωση της κατάρτισης και την επιτυχή πιστοποίηση από τον Ε.Ο.Π.Π.Ε.Π., οι απόφοιτοι αποκτούν Δίπλωμα Επαγγελματικής Ειδικότητας επιπέδου 5, σύμφωνα με το εθνικό πλαίσιο προσόντων.
Στην καρδιά αυτού του έργου βρίσκονται οι Εκπαιδευτικοί Νοσηλευτικής και οι επαγγελματίες υγείας με σημαντική κλινική και διδακτική εμπειρία. Πολλοί διαθέτουν μεταπτυχιακές και διδακτορικές σπουδές, πιστοποίηση εκπαιδευτή ενηλίκων και συνεχή επιστημονική επιμόρφωση. Ο ρόλος τους δεν περιορίζεται στη μετάδοση τεχνικών γνώσεων. Καλλιεργούν συστηματικά αρχές ασφάλειας, δεοντολογίας, προστασίας των προσωπικών δεδομένων, σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και επαγγελματικής ευθύνης.
Κι όμως, αυτό το πολύτιμο εκπαιδευτικό έργο εξακολουθεί να στηρίζεται σε ένα πλαίσιο χρόνιων θεσμικών και οργανωτικών εκκρεμοτήτων.
Κομβικό ζήτημα αποτελεί η υπηρεσιακή κατάσταση μέρους του μόνιμου εκπαιδευτικού προσωπικού. Επί σειρά ετών, η απουσία ρητής πρόβλεψης μετάταξης έχει οδηγήσει σε πολυδιάσπαση του κλάδου. Η κάλυψη κενών οργανικών θέσεων μέσω μετακινήσεων, αντί οριστικών μετατάξεων, δεν εξασφαλίζει ούτε εργασιακή ασφάλεια ούτε σταθερή στελέχωση των σχολών. Παράλληλα, είναι αναγκαία η ρητή εναρμόνιση των παλαιών κλάδων ΠΕ14 και ΠΕ18 Εκπαιδευτικών με τον ενιαίο κλάδο ΠΕ87.02 Νοσηλευτικής και η θεσμοθέτηση σαφούς δυνατότητας μετατάξεων.
Δεν μπορεί, άλλωστε, να παγιώνεται ένα καθεστώς εργαζομένων πολλών ταχυτήτων, στο οποίο εκπαιδευτικοί που ασκούν το ίδιο καθήκον και παράγουν το ίδιο εκπαιδευτικό έργο βρίσκονται σε διαφορετική υπηρεσιακή κατάσταση, με διαφορετικές δυνατότητες εξέλιξης. Απαιτούνται ενιαίοι και διαφανείς κανόνες, ίσες ευκαιρίες επαγγελματικής ανέλιξης και διαδικασίες που δεν αφήνουν χώρο για αβεβαιότητες ή άνιση μεταχείριση.
Εξίσου σημαντικές είναι και οι διοικητικές αδυναμίες. Σε πολλές σχολές, όπως έχει επανειλημμένα επισημάνει ο ΠΑ.Σ.Ε.Ν., η γραμματειακή υποστήριξη παραμένει ανεπαρκής ή και ανύπαρκτη. Έτσι, διευθυντές και εκπαιδευτικοί επιφορτίζονται ταυτόχρονα με διοικητικές εργασίες, την εποπτεία της πρακτικής άσκησης, δράσεις εξωστρέφειας και ευρωπαϊκά προγράμματα. Οι διαδικασίες επιλογής διευθυντών πρέπει να εκκινήσουν άμεσα, με διαφανή και αξιοκρατικά κριτήρια που θα αναδεικνύουν στελέχη υψηλής επιστημονικής, εκπαιδευτικής και διοικητικής επάρκειας, ικανά να ανταποκριθούν στις ιδιαίτερες απαιτήσεις λειτουργίας των Σ.Α.Ε.Κ. Η θεσμοθέτηση θέσης Υποδιευθυντή, η ουσιαστική ενίσχυση της γραμματειακής υποστήριξης και η καθιέρωση ενιαίων, διαφανών ηλεκτρονικών διαδικασιών αξιολόγησης αποτελούν προϋποθέσεις σύγχρονης και εύρυθμης λειτουργίας.
Ιδιαίτερα σημαντική για την περαιτέρω ανάπτυξη των Σ.Α.Ε.Κ. αρμοδιότητας του Υπουργείου Υγείας είναι η θεσμική πρόβλεψη της δυνατότητας ανάθεσης διδασκαλίας, με αμοιβή, και σε κατάλληλα καταρτισμένους εκπαιδευτές εκτός του προσωπικού του οικείου νοσοκομείου. Ο υφιστάμενος περιορισμός δυσχεραίνει την κάλυψη εξειδικευμένων μαθημάτων και, κατ’ επέκταση, τη λειτουργία περισσότερων ειδικοτήτων. Η αξιοποίηση εξωτερικών συνεργατών, με διαφανή κριτήρια επιλογής και αναγνώριση της εκπαιδευτικής τους εργασίας, θα επιτρέψει στις σχολές να ανταποκρίνονται με μεγαλύτερη ευελιξία στις σύγχρονες ανάγκες του τομέα της υγείας. Η ρύθμιση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία για τις περιφερειακές και απομακρυσμένες περιοχές, όπου οι διαθέσιμες δυνατότητες σπουδών παραμένουν περιορισμένες. Η ανάπτυξη περισσότερων ειδικοτήτων στις τοπικές Σ.Α.Ε.Κ. θα διευρύνει την πρόσβαση των κατοίκων σε ποιοτική επαγγελματική κατάρτιση, θα περιορίσει την ανάγκη μετακίνησης προς τα μεγάλα αστικά κέντρα και θα συμβάλει ουσιαστικά στην κάλυψη των πραγματικών αναγκών των τοπικών υπηρεσιών υγείας και της τοπικής αγοράς εργασίας.
Οι ανισότητες συνεχίζονται και στους καταρτιζόμενους. Η αμειβόμενη πρακτική άσκηση έχει μεν εγκριθεί, αλλά ακόμη δεν έχει ξεκινήσει. Η χορήγηση στεγαστικού επιδόματος και η ουσιαστική σύνδεση της κατάρτισης με την αγορά εργασίας δεν αποτελούν προνόμια. Είναι όροι ισότιμης πρόσβασης στην επαγγελματική εκπαίδευση. Στην ίδια κατεύθυνση κινούνται η ίδρυση Γραφείου Επαγγελματικής Ανάπτυξης και Σταδιοδρομίας και η αύξηση των θέσεων εισαγωγής αποφοίτων μέσω κατατακτηρίων εξετάσεων και η προκήρυξή τους από όλα τα συναφή Τμήματα.
Η διεύρυνση των ειδικοτήτων και η προοπτική αμοιβής της πρακτικής άσκησης αποτελούν θετικά βήματα. Θετικό στοιχείο υπήρξε και ο ουσιαστικός διάλογος στην συνάντηση του ΠΑ.Σ.Ε.Ν. με την πολιτική και υπηρεσιακή ηγεσία του Υπουργείου Υγείας. Ο διάλογος, ωστόσο, αποκτά πραγματική αξία όταν μετατρέπεται σε συγκεκριμένες θεσμικές αποφάσεις.
Οι Σ.Α.Ε.Κ. του Υπουργείου Υγείας έχουν αποδείξει τη χρησιμότητα και τη δυναμική τους. Η βιωσιμότητά τους, όμως, δεν μπορεί να εξαρτάται από την προσωπική υπερπροσπάθεια των εκπαιδευτικών. Χρειάζονται σταθερή στελέχωση, δίκαιες μετατάξεις, θεσμική ισοτιμία, διαφάνεια, δυνατότητες εξέλιξης, επαρκείς πόρους και έμπρακτη αναγνώριση εκπαιδευτικών και καταρτιζομένων.
Γιατί η στήριξη των Σ.Α.Ε.Κ. Υπουργείου Υγείας δεν αφορά μόνο το μέλλον των εκπαιδευτικών και των καταρτιζομένων τους. Αφορά το μέλλον της ίδιας της φροντίδας υγείας στη χώρα μας.
Δρ. Χαρίκλεια Ορφανίδου,
Πρόεδρος Πανελλήνιου Συλλόγου Εκπαιδευτικών Νοσηλευτικής

