Οι εκατοντάδες κενές θέσεις που καταγράφονται και φέτος στις πανεπιστημιακές σχολές νοσηλευτικής σε όλη τη χώρα δεν αποτελούν απλώς ένα ακόμη στατιστικό στοιχείο. Πρόκειται για σήμα κινδύνου για το μέλλον του ΕΣΥ, καθώς αποτυπώνουν τη διαρκή απαξίωση ενός επαγγέλματος που αποτελεί τη ραχοκοκαλιά κάθε συστήματος υγείας.
Με το ενδιαφέρον των νέων να μειώνεται χρόνο με τον χρόνο, η ήδη βαθιά κρίση στελέχωσης δείχνει πλέον να αποκτά μόνιμα χαρακτηριστικά. Είναι ενδεικτικό ότι, σύμφωνα με σχετικές εκτιμήσεις, ούτε τρεις δεκαετίες συνεχούς παραγωγής νέων νοσηλευτών αρκούν για να καλυφθεί η «μαύρη τρύπα» των χιλιάδων κενών θέσεων που αντιμετωπίζει σήμερα το ΕΣΥ.
Ο συνολικός απολογισμός, ωστόσο, είναι ιδιαίτερα ανησυχητικός. Μόνο φέτος, το… μελλοντικό ΕΣΥ στερείται δυνητικά επιπλέον 527 νέων νοσηλευτών, όσες δηλαδή είναι οι κενές θέσεις στις πανεπιστημιακές σχολές της χώρας. Πρόκειται για ένα ακόμη πλήγμα σε ένα δημόσιο σύστημα υγείας που ήδη λειτουργεί με χιλιάδες κενές οργανικές θέσεις νοσηλευτών.
Ισως, όμως, ακόμη πιο αποκαλυπτικό είναι το γεγονός ότι ελάχιστοι ήταν οι νέοι υποψήφιοι που στο μηχανογραφικό τους δήλωσαν τη νοσηλευτική ως πρώτη επιλογή. Για παράδειγμα, από εκείνους που δήλωσαν το Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο, μόλις 22 είχαν ως βασικό στόχο να περάσουν στη νοσηλευτική εκεί, ενώ στο ΕΚΠΑ 14 και στο Πανεπιστήμιο Δ. Αττικής 13.
Αναλυτικότερα και όπως ο ίδιος σημειώνει στα «ΝΕΑ», σήμερα στα δημόσια νοσοκομεία υπηρετούν περίπου 15.500 μόνιμοι νοσηλευτές και ακόμη 5.000 ειδικευόμενοι και επικουρικοί, δηλαδή συνολικά περίπου 20.000 επιστήμονες. «Ωστόσο, με βάση τον διεθνώς αποδεκτό δείκτη στελέχωσης των 2,3 νοσηλευτών ανά κλίνη, που αποτελεί τον μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ, η Ελλάδα, με περίπου 34.000 νοσοκομειακές κλίνες, θα έπρεπε να διαθέτει σχεδόν 70.000 νοσηλευτές. Αυτό σημαίνει ότι το έλλειμμα προσεγγίζει τις 50.000 θέσεις».
Το πρόβλημα, όμως, δεν αφορά μόνο το σήμερα αλλά και τα επόμενα χρόνια. Και αυτό διότι έως και πριν από τρία χρόνια τα πανεπιστήμια παρήγαγαν περίπου 1.500 αποφοίτους νοσηλευτικής ετησίως, αριθμός που, ακόμη και αν όλοι κατευθύνονταν στο ΕΣΥ, θα απαιτούσε περίπου τρεις δεκαετίες για να καλύψει τις υφιστάμενες ελλείψεις. Πλέον, με το 35%-40% των θέσεων στις σχολές να μένει κενό, οι απόφοιτοι αναμένεται να μειωθούν ακόμη περισσότερο, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.
Υπάρχει, όμως, ακόμη ένας σημαντικός παράγοντας που πρέπει να ληφθεί υπόψη: Από όσους αποφοιτούν, αρκετοί επιλέγουν τον ιδιωτικό τομέα, εργάζονται ως σχολικοί νοσηλευτές ή εγκαταλείπουν εντελώς το επάγγελμα, περιορίζοντας ακόμη περισσότερο τη δεξαμενή στελέχωσης του ΕΣΥ.
Υπό τα δεδομένα αυτά και σε μία προσπάθεια να γίνει και πάλι δελεαστικό το επάγγελμα του νοσηλευτή, «η ΠΑΣΥΝΟ-ΕΣΥ ζητά μια ολοκληρωμένη μεταρρύθμιση για τον κλάδο, με βασικούς άξονες τη θέσπιση ειδικού μισθολογίου, τη δημιουργία διαφορετικού πλαισίου προσλήψεων και τη στήριξη των φοιτητών νοσηλευτικής μέσω υποτροφιών, οικονομικών και στεγαστικών κινήτρων και σαφών προοπτικών επαγγελματικής εξέλιξης», τονίζει ο κ. Αβραμίδης. Προτείνει, μάλιστα, οι προσλήψεις να γίνονται μετά την ολοκλήρωση της νοσηλευτικής ειδικότητας, στα πρότυπα των γιατρών, ώστε η εξειδίκευση να αξιοποιείται στις αντίστοιχες κλινικές και μονάδες, ενώ ζητά και ειδικό σύστημα αξιολόγησης για την επιλογή προϊσταμένων και διευθυντών νοσηλευτικής υπηρεσίας.

